top of page
Search

Μια κριτική στην προτεινόμενη αξιολόγηση: Γιατί δεν οδηγεί στο ανοιχτό δημοκρατικό σχολείο;

Κάθε μέρα που περνά γίνεται όλο και πιο ευδιάκριτο ότι κοινωνικά αγαθά, όπως η Υγεία, η Παιδεία και ο Πολιτισμός αποτελούν για τις νεοφιλελεύθερες καπιταλιστικές πολιτικές λαμπρά πεδία κέρδους. Η περίοδος της πανδημίας αναδείκνυε επί χρόνια τόσο την ανεπάρκεια παροχής περίθαλψης των μελών της κοινωνίας, όσο και τις δυσκολίες με τις οποίες έρχονται αντιμέτωποι καθημερινά οι εργαζόμενες/οι του δημοσίου συστήματος υγείας. Λίγες μέρες πριν αποδείχθηκε και πάλι, με τον χείριστο τρόπο, ότι η αισχρή αυτή υποτίμηση δεν αφορά μόνο στην υγεία, αλλά και άλλους τομείς με κόστος την ίδια τη ζωή. Θρηνούμε τους μαθητές και τις μαθήτριές μας, χάνουμε τα παιδιά μας, στην “κοινωνία της αριστείας”, που βάζει το κέρδος και την εξουσία πάνω από τις ζωές μας. Η εγκληματική κρατική ολιγωρία στα Τέμπη προκάλεσε θρήνο και οργή. Πηγαίνουμε στα σχολεία με έναν μόνιμο κόμπο και μούδιασμα. Η κοινωνία αντιδρά, οι κοινωνικές ομάδες είναι σε αναβρασμό. Τίποτα όμως δεν παρεμπόδισε το Υπουργείο Παιδείας να συνεχίσει ακάθεκτο, παρά την απόλυτη διαφωνία του 95% του εκπαιδευτικού κόσμου, τις διαδικασίες της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών. Το κείμενο αυτό, η συγγραφή του οποίου άρχισε πριν χάσουμε τόσα νέα παιδιά, αναλύει και αναδεικνύει τους λόγους για τους οποίους η αξιολόγηση αποτελεί μια ακόμη πράξη απαξίωσης που θα εξευτελίσει τα δημόσια σχολεία της χώρας.

Καιρό τώρα γίνεται πολύς λόγος για την αξιολόγηση. Πολύς λόγος και για δεξιότητες. Ποιοι μπορούν να κάνουν τι, ποιες είναι εντός πλαισίου, ποια άτομα αποκλίνουν και χρήζουν επιπλέον επιμόρφωσης, ποιοι έπιασαν ή όχι τον στόχο. Αξιολόγηση! Σε αυτό το εκπαιδευτικό σύστημα που κινείται σε μια ατέρμονη διαδικασία πιστοποίησης δεξιοτήτων, οι οποίες εξασφαλίζουν την πολυπόθητη θέση, τον βαθμό, την κλίμακα, το εισιτήριο... Κατάταξη εκπαιδευτικών, φοιτητών/τριών, μαθητών/τριών, ακόμα και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, με πρόταγμα τη βελτίωση του συστήματος αυτού. Βελτίωση που θα έρθει μέσα από την καλλιέργεια της αντιπαλότητας ανάμεσα στα μέλη της σχολικής και εκπαιδευτικής κοινότητας.

Είναι σαφές ότι η αξιολόγηση έρχεται να εφαρμοστεί στην παρούσα χρονική στιγμή κλείνοντας τον κύκλο μιας συντηρητικής αναδιάρθρωσης της εκπαίδευσης που είχε ανοίξει εδώ και τρεις δεκαετίες περίπου. Μια αναδιάρθρωση βγαλμένη από την εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ και της ΕΕ που θέλει ένα σχολείο φθηνό, ανταγωνιστικό και αγοραίο. Ένα αξιολογούμενο σχολείο, που ουσιαστικά αντικατοπτρίζει την κοινωνία του μέλλοντος. Μια κοινωνία που λίγοι/ες θα επιβιώνουν, με περισσότερους/ες να συνθλίβονται στα αδηφάγα της γρανάζια.

Σε όποιες χώρες κι αν εφαρμόστηκε η αξιολόγηση το εκπαιδευτικό σύστημα έγινε χειρότερο απ’ ότι ήταν. Στην Αγγλία απ’ την εποχή της Θάτσερ, στην Ισπανία, στην Πορτογαλία, στη Γαλλία, στις ΗΠΑ, στην Αυστραλία, οι εκπαιδευτικοί βιώνοντας τα απογοητευτικά αποτελέσματα της αξιολόγησης βγαίνουν στους δρόμους και διεκδικούν μια καλύτερη εκπαίδευση, μια καλύτερη ζωή. Το κοινωνικό αγαθό της Παιδείας συστηματικά θυσιάζεται στον βωμό του κέρδους, έρμαιο των νεοφιλελεύθερων καπιταλιστικών πολιτικών. Και μάλιστα, μιλάμε για έναν κατακερματισμό αποφασισμένο και προμελετημένο σε ένα κλίμα απολυτότητας και αυταρχισμού, όπου όποια αντίθετη άποψη, διαφορετική θέση ή/και αντίρρηση απαξιώνεται ως ολιγωρία και τεμπελιά, ακόμη κι αν θεμελιώνεται σε παιδαγωγικές αρχές.

Γεγονός είναι ότι η αποτίμηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας γίνεται από μεριά μας καθημερινά. Ο επαναπροσδιορισμός και η διαφοροποίηση των περιεχομένων, η αλλαγή μεθοδολογίας, στόχων και εργαλείων για τον καθένα από τους/ις μαθητές/τριες μας πραγματοποιείται σε συχνή βάση. Επίσης, γεγονός είναι ότι η επιλογή ενασχόλησης εσαεί με παιδιά καταρρίπτει αυτόματα τον μύθο περί “τεμπέληδων εκπαιδευτικών”.

Σε τι εξυπηρετεί τελικά η αξιολόγηση που επιβάλλεται; Ποιες είναι οι επιπτώσεις της στο δημόσιο σχολείο και στην κοινωνία;

Οι εκπαιδευτικοί μπαίνουν στο σχολείο με ματιά ερευνητική. Δοκιμάζουν, καταγράφουν, συγκρίνουν, προτείνουν, υποστηρίζουν. Διδάσκουν και διδάσκονται στη διάρκεια της αλληλεπίδρασης μέσα στην τάξη.

Μία πρόκληση της εκπαίδευσης είναι το κατά πόσο αυτή θα μπορέσει να περιγραφεί και μέσω της ψηφιακότητας. Σε καμία περίπτωση ωστόσο δεν θα μπορούσαν ψηφιακά εργαλεία να αξιολογήσουν με ποσοτικούς όρους την επάρκεια της διδασκαλίας ή την πληρότητα των περιεχομένων. Τα περιεχόμενα της εκπαιδευτικής διαδικασίας και η μεθοδολογία μέσα στην τάξη είναι στοιχεία που περιγράφουν τη διδασκαλία, όμως η παρουσία της/του εκπαιδευτικού είναι αυτή που δίνει στο περιβάλλον της τάξης τη δυναμική που υποστηρίζει τη μάθηση.

Ποιος/α λοιπόν θα μπορούσε να αξιολογήσει αυτή την παρουσία; Με ποια εργαλεία θα γινόταν; Ποια θα ήταν η τελική της στόχευση; Τι θα προσέφερε σε εκπαιδευτικούς, παιδιά και γονείς; Η απάντηση σε όλα τα παραπάνω μόνο μία μπορεί να είναι· η όποια αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου είναι αυθαίρετη γιατί:

α) πρόκειται για την παρακολούθηση ενός πολυσύνθετου έργου δια μέσου ευκαιριακών παρατηρήσεων. Η διδακτική μεθοδολογία, οι πρακτικές, οι αναστοχασμοί, το παιδαγωγικό κλίμα μέσα στην κοινότητα της τάξης δεν μπορούν να γίνουν ορατά σε μια-δυο επισκέψεις του/της αξιολογητή/τριας.

β) το εκπαιδευτικό έργο έχει χαρακτήρα δυναμικό, εξελίσσεται και δεν μπορεί να είναι εμφανές σε όλα του τα χαρακτηριστικά (π.χ προσωπικότητα της/του εκπαιδευτικού, του/της μαθητή/τριας), καθώς καθορίζεται πολλαπλά από παράγοντες που τοποθετούνται εντός ή εκτός της αίθουσας και του σχολείου και παρόλα αυτά το επηρεάζουν. Ένας αξιολογητής, μία αξιολογήτρια, θα καταγράψει τα φαινόμενα χωρίς να ξέρει τα αίτια.

γ) θα στρέψει τους/τις εκπαιδευτικούς στο φαίνεσθαι, στην παράσταση, στο θέατρο, αντί να τους δώσει την ευκαιρία να επικεντρωθούν στο διδακτικό τους έργο που είναι δύσκολο και θέλει προσπάθεια και κουράγιο. Η αξιολόγηση θα αυξήσει το επαγγελματικό άγχος, θα υπονομεύσει τη συλλογικότητα, θα ενισχύσει την απαξίωση. Καμιά παιδαγωγική δεν τεκμηριώνει το ότι οι άνθρωποι βελτιώνονται επειδή αισθάνονται ανασφάλεια, φόβο ή απειλή.

Ανακεφαλαιώνοντας, μόνο δυσκολίες παρά οφέλη αναδύονται για τους τρεις βασικούς πυλώνες της εκπαίδευσης. Εκπαιδευτικοί αγχωμένοι/ες, καλούμενοι/ες να αποδείξουν την αξία της διδασκαλίας τους μέσα από στοιχεία γνώσεων των μαθητών/τριών, όπως αυτά θα αποτυπώνονται σε διαγνωστικά τεστ. Γονείς αμέτοχοι στον προσδιορισμό των περιεχομένων της εκπαίδευσης των παιδιών τους, καλούμενοι/ες να καταβάλουν χρηματικά ποσά σε ιδιωτικούς φορείς για να εξασφαλίσουν το προσόν που είναι «τώρα» αναγκαίο για την πιθανή μελλοντική επιτυχία των παιδιών τους. Και τελευταίο, αλλά πιο σημαντικό, μαθητές και μαθήτριες αποξενωμένοι/ες από το περιεχόμενο των γνωστικών αντικειμένων που διδάσκονται, με στόχο τις επιτυχείς απαντήσεις που θα αποδεικνύουν την επάρκειά τους και όχι την αφομοίωση της γνώσης.

Ποιο θα έπρεπε λοιπόν να είναι το σχολείο του 21ου αιώνα;

Προτείνουμε ένα διαφορετικό σχολείο, μια πρόταση θεμελιωμένη σε παιδαγωγική βάση που περιγράφει ένα σχολείο «ανοιχτό στην κοινότητα». Αυτό που συμφιλιώνει παιδιά και εκπαιδευτικούς με την κοινωνία που τους περιβάλλει. Είναι ενεργό, αφουγκράζεται τα καίρια ζητήματα της κοινωνίας, δέχεται τους κραδασμούς της ως αναπόσπαστο κομμάτι της. Ένα σχολείο που έχει άποψη και παίρνει θέση, προσπαθεί να κατανοήσει και να δώσει λύσεις.

Απορρίπτουμε το εμπορευματοποιημένο σχολείο της αξιολόγησης, που «μπουκώνει» σε μια χωρίς προηγούμενο βουλιμική απόκτηση αποσπασματικών δεξιοτήτων στον αγώνα εξασφάλισης προσόντων ή μιας θέσης, με εκπαιδευτικούς εγκλωβισμένους/ες στον φόβο της αξιολόγησης, με μαθητές/τριες και γονείς “δρομείς”.

Ένα συμπεριληπτικό «σχολείο της κοινότητας» οξύνει την κριτική σκέψη και τη βιωματική μάθηση μέσα από πραγματικές εμπειρίες, περιγράφει προοπτικές κι όχι επίπεδα και ουδεμία σχέση έχει με αυτό της αξιολόγησης. Δε διανοείται να αντιμετωπίζονται ως μηχανές οι άνθρωποι για να βελτιωθούν, καθώς αυτοί αναπτύσσονται συνολικά ως προσωπικότητες εντός του κατάλληλου πλέγματος σχέσεων κι όχι μέσω της ελεγκτικής παρατήρησής τους. Οι μαθητές και οι μαθήτριες στις τάξεις μας βιώνουν παραμέτρους που καμία αξιολόγηση δεν περιλαμβάνει και ούτε περιγράφει ως αστάθμητους παράγοντες στην πιθανή επιτυχία ή αποτυχία σε εκείνη τη μία εξέταση: ανεργία, ακρίβεια, κοινωνικές, οικονομικές, γεωγραφικές και πολιτισμικές ανισότητες, αναπηρία, κοινωνικό αποκλεισμό, μετανάστευση, προσφυγιά.

Συγκεκριμένες ανάγκες κι ως άτομα κι ως επαγγελματίες έχουν και οι εκπαιδευτικοί:

α) θεμελιώδεις σπουδές, με όλα τα στοιχεία που πρέπει να έχει μία/ένας εκπαιδευτικός, που θα καταλήγουν στην απόκτηση ενός πτυχίου μέσω δωρεάν παιδείας. Και όχι ένα προσοντολόγιο που περιγράφει δεξιότητες, οι οποίες δεν προσφέρονται στο πανεπιστήμιο, αλλά καλεί τους/ις εκπαιδευτικούς να τις διεκδικήσουν και να τις κατακτήσουν πληρώνοντας αντίτιμο.

β) σταθερές εργασιακές σχέσεις, εργασιακή ασφάλεια, μονιμότητα στην εργασία.

γ) καλά αμειβόμενη εργασία.

δ) μετεκπαίδευση, θεμελιώδη, στιβαρή, ακαδημαϊκού επιπέδου.

ε) όλη η ευθύνη του εκπαιδευτικού έργου να είναι αντικείμενο της αλληλεπίδρασης και συζήτησης μεταξύ των εκπαιδευτικών στο σύλλογο των εκπαιδευτικών του σχολείου. Κανείς άλλος/ Καμία άλλη δεν γνωρίζει καλύτερα τις ανάγκες του σχολείου και των μελών που το απαρτίζουν.

Ας στρέψουμε το βλέμμα μας, όπως πρότεινε ο παιδαγωγός C. Freinet, σε μια κατεύθυνση ανάπτυξης της συνεργατικότητας, συζήτησης των προβλημάτων, μείωσης της ανταγωνιστικής λογικής, σεβασμού των διαφορών, συναινετικής λήψης αποφάσεων, έκφρασης αλληλεγγύης, στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού σχολείου ανοιχτού στην κοινωνία.

Έχουμε δυναμικότητα, μεράκι, θέληση και όνειρα για να πετύχουμε πραγματικά αυτό που οραματιζόμαστε: ένα «άλλο» σχολείο.


“Θέλουμε ένα σχολείο σύγχρονο και δημοκρατικό. [...] Η αυριανή δημοκρατία προετοιμάζεται με τη δημοκρατία στο σχολείο. Ένα αυταρχικό καθεστώς στο σχολείο δε θα μπορούσε να διαμορφώσει δημοκρατικούς πολίτες”. (Celestine Freinet)



Συνεργατικό δίκτυο εκπαιδευτικών Βόλου*

για τη Παιδαγωγική του C. Freinet


 
 
 

Comments


bottom of page